Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ

Σημείωσις xeuxisblog46:
Σᾶς παραθέτουμεν ἓνα καλογραμμένον ἂρθρον ἐδῶ, τό ὁποῖον ἀτυχῶς παρά τό ὃτι ὁμιλεῖ κι ἐκθειάζει τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν, ἐγράφη εἰς τό μονοτονικόν, ἐμεῖς ἐδῶ θεωροῦμεν μεγίστην ἒλλειψιν τήν ἀπουσίαν πολυτονικοῦ ἀπό παρόμοια κείμενα. Διά τόν λόγον αὐτόν μετετρέψαμεν τοῦτο εἰς τό ἁρμόζον πολυτονικόν. Περαιτέρω θά εἲχαμεν νά παρατηρήσωμεν ὃτι, ἐνῶ ὁ συγγραφεύς ὀφθαλμοφανῶς πιστεύει καί στηρίζει ἀναφανδόν τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν, πέφτει ἐλαφρῶς «ἒξω» στίς χρονολογήσεις κατά μερικές χιλιάδες χρόνια.


Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ




Ἀπό τό Ἑλληνικόν Ἀρχεῖον
Συντάκτης:  (Δημήτριος  Καραπιστόλης,  Dimitrios  Karapistolis)

Ἡ Ἀγγλική γλῶσσα ἒχει 490.000 λέξεις ἀπό τίς ὁποῖες 41.615 λέξεις εἶναι ἀπό τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν..  (Bιβλίον Γκίνες). Ἡ ἑλληνική μέ τήν μαθηματικήν της δομήν, εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς πληροφορικῆς καί τῆς νέας γενιᾶς τῶν ἐξελιγμένων ὑπολογιστῶν, διότι μόνον σ’ αὐτήν δέν ὑπάρχουν ὃρια. (Μπίλ Γκέϊτς, Microsoft). Ἡ ἑλληνική καί ἡ κινεζική εἶναι οἱ μόνες γλῶσσες μέ συνεχῆ ζῶσα παρουσίαν ἀπό τούς ἲδιους λαούς καί στόν ἲδιον χῶρον ἐδώ καί 4.000 ἒτη. Ὃλες οἱ γλῶσσες θεωροῦνται κρυφοελληνικές, μέ πλούσια δάνεια ἀπό τήν μητέραν τῶν γλωσσῶν, τήν ἑλληνικήν. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).
Ἡ ἑλληνική γλῶσσα ἒχει λέξεις γιά ἒννοιες οἱ ὁποῖες παραμένουν χωρίς ἀπόδοσιν στίς ὑπόλοιπες γλῶσσες, ὃπως ἃμιλλα, θαλπωρή καί φιλότιμο. Μόνον ἡ ἑλληνική γλῶσσα ξεχωρίζει τήν ζωήν ἀπό τόν βίον, τήν ἀγάπην ἀπό τόν ἒρωτα. Μόνον αὐτή διαχωρίζει, διατηρώντας τό ἲδιο ριζικόν θέμα, τό ἀτύχημα ἀπό τό δυστύχημα, τό συμφέρον ἀπό τό ἐνδιαφέρον. Τό ἐκπληκτικόν εἶναι ὃτι ἡ ἰδία ἡ ἑλληνική γλῶσσα μας διδάσκει συνεχῶς πῶς νά γράφουμεν σωστά. Μέσῳ τῆς ἐτυμολογίας, μποροῦμεν νά καταλάβουμε ποιός εἶναι ὁ σωστός τρόπος γραφῆς ἀκόμα καί λέξεων που ποτέ δέν ἒχουμε δεῖ ἢ γράψει. 
   

Τό «πειρούνι» γιά παράδειγμα, γιά κάποιον που ἒχει βασικές γνώσεις Ἀρχαίων ἑλληνικῶν, εἶναι προφανές ὃτι γράφεται μέ «ει» καί ὂχι μέ «ι» ἢ «η», ὃπως πολύ ἂστοχα τό γράφουμεν σήμερα. Ὁ λόγος εἶναι πολύ ἀπλός, τό «πειρούνι» προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «πείρω» που σημαίνει τρυπῶ-διαπερνῶ, ἀκριβῶς ἐπειδή τρυπάμε μέ αὐτό τό φαγητόν γιά νά τό πιάσουμε. Ἐπίσης ἡ λέξις «συγκεκριμένος» φυσικά καί δέν μπορεῖ νά γραφτῇ «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται ἀπό τό «κριμένος» (αὐτός που ἒχει δηλαδή κριθεῖ) καί ὂχι βέβαια ἀπό τό «κρυμμένος» (αὐτός που ἒχει κρυφτεῖ). Ἂρα τό νά ὑπάρχουν πολλά γράμματα γιά τόν ἲδιον ἦχον (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) ὂχι μόνον δέν θά ἒπρεπε νά μᾶς δυσκολεύῃ, ἀλλά ἀντιθέτως νά μᾶς βοηθάῃ στό νά γράφουμε πιό σωστά, ἐφ’ ὃσον βέβαια ἒχουμεν μίαν βασικήν κατανόησιν τῆς γλώσσης μας.     
Ἐπί πλέον ἡ  ὀρθογραφία μέ τήν σειράν της, μαᾶς βοηθάει ἀντίστροφα στήν ἐτυμολογίαν ἀλλά καί στήν ἀνίχνευσιν τῆς ἱστορικῆς πορείας τῆς κάθε μίας λέξεως. Καί αὐτό που μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσῃ νά κατανοήσουμεν τήν καθημερινήν μας νεοελληνικήν γλῶσσαν περισσότερον ἀπό ὁτιδήποτε ἂλλον, εἶναι ἡ γνῶσις τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν.

Εἶναι πραγματικά συγκλονιστικόν συναίσθημα νά μιλᾶς καί ταυτόχρονα νά συνειδητοποιῆς τί ἀκριβῶς ἐκφράζεις, ἐνῷ μιλᾶς καί ἐκστομίζεις τήν κάθε λέξιν ταυτόχρονα νά σκέφτεσαι τήν σημασίαν της. Εἶναι πραγματικά μεγάλο κρῖμα νά διδάσκονται τά ἀρχαία μέ τέτοιον φρικτόν τρόπον στό σχολεῖον, ὣστε νά σέ κάνουν νά ἀντιπαθῆς κάτι τό τόσον ὂμορφον καί συναρπαστικόν.  Στήν γλῶσσαν ἒχουμεν τό σημαῖνον (τήν λέξιν) καί τό σημαινόμενον (τήν ἒννοιαν). Στήν ἑλληνικήν γλῶσσαν αὐτά τά δύο ἒχουν πρωτογενῆ σχέσιν, καθώς ἀντίθετα μέ τίς ἂλλες γλῶσσες τό σημαῖνον δέν εἶναι μία τυχαία σειρά ἀπό γράμματα. Σέ μίαν συνηθισμένην γλῶσσαν ὃπως τά ἀγγλικά μποροῦμεν νά συμφωνήσουμε ὃλοι νά λέμε τό σύννεφον car καί τό αὐτοκίνητον cloud καί ἀπό τήν στιγμήν που τό συμφωνήσουμεν νά ἰσχύῃ. Στά ἑλληνικά κάτι τέτοιον εἶναι ἀδύνατον. Γι’ αὐτό τόν λόγον πολλοί διαχωρίζουν τά ἑλληνικά σάν «ἐννοιολογικήν» γλῶσσαν ἀπό τίς ὑπόλοιπες «σημειολογικές» (ἢ συμβατικές) γλώσσες.
Μάλιστα ὁ μεγάλος φιλόσοφος καί μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ εἶχεν παρατηρήσει αὐτήν τήν σημαντικήν ἰδιότητα γιά τήν ὁποίαν εἶχεν εἰπεῖ «Ἡ θητεία μου στήν ἀρχαίαν ἑλληνικήν γλῶσσαν ὑπῆρξεν ἡ σπουδαιοτέρα πνευματική μου ἂσκησις. Στήν γλῶσσαν αὐτή ὑπάρχει ἡ πληρέστερη ἀντιστοιχία ἀνάμεσα στήν λέξιν καιί στό ἐννοιολογικό της περιεχόμενον». Ὃπως μᾶς ἒλεγεν καί ὁ Ἀντισθένης, «Ἀρχή σοφίας, ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις». Γιά παράδειγμα ὁ «ἂρχων» εἶναι αὐτός που ἒχει δικήν του γῇν (ἂρα = γῇ + ἒχων). Καί πραγματικά, ἀκόμα καί στίς μέρες μας εἶναι πολύ σημαντικόν νά ἒχῃ κανείς δικήν του γῇν / δικό του σπίτι. Ὁ «βοηθός» σημαίνει αὐτός που στό κάλεσμα τρέχει. Βοή = φωνή + θέω = τρέχω. Ὁ Ἀστήρ εἶναι τό ἀστέρι, ἀλλά ἡ ἲδια ἡ λέξις μᾶς λέει ὃτι κινεῖται, δέν μένει ἀκίνητον στόν οὐρανόν [ἂ(νευ) + στηρ(ίγματος) ἀπό τό  ἳστημι που σημαίνει στέκομαι, ἳσταμαι).

Αὐτό που εἶναι πραγματικά ἐνδιαφέρον, εἶναι ὃτι πολλές φορές ἡ λέξις περιγράφει ἰδιότητες τῆς ἐννοίας τήν ὁποίαν ἐκφράζει, ἀλλά μέ τέτοιον τρόπον, που ἐντυπωσιάζει καί δίνει τροφήν γιά τήν περαιτέρω σκέψιν. Γιά παράδειγμα ὁ «φθόνος» ἐτυμολογεῖται ἀπό τό ρήμα «φθίνω» που σημαίνει φθείρομαι, μειώνομαι. Καί πραγματικά ὁ φθόνος σάν συναίσθημα, σιγά-σιγά μᾶς φθίνει καί μᾶς καταστρέφει. Μᾶς «φθίνει» – ἐλαττώνει ὡς ἀνθρώπους – καί μᾶς φθίνει μέχρι καί τήν ὑγείαν μας. Καί, βέβαια, ὃταν ἀναφερόμαστε σέ κάτι που εἶναι τόσον πολύ ὣστε νά μήν τελειώνει, πῶς τό λέμε; Μά, φυσικά, «ἂφθονο». Ἒχουμεν τήν λέξιν «ὡραῖος» που προέρχεται ἀπό τήν «ὣρα». Διότι γιά νά εἶναι κάτι ὡραίον, πρέπει νά ἒλθῃ καί στήν ὣραν του. Ὡραίο δέν εἶναι τό φροῦτο ὃταν εἶναι ἂγουρον ἢ σαπισμένον καί ὡραία γυναίκα δέν εἶναι κάποια οὒτε στά 70 της ἀλλά οὒτε φυσικά καί στά 10 της. Οὒτε τά καλύτερον φαγητόν εἶναι ὡραῖον ὃταν εἲμαστε χορτάτοι, ἐπειδή, σέ αὐτή τήν περίπτωσιν, δέν μποροῦμεν νά τό ἀπολαύσουμεν.
Ἀκόμα ἒχουμεν τήν λέξιν «ἐλευθερία» γιά τήν ὁποίαν τό «Ἐτυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά τό ἐλεύθειν ὃπου ἐρᾶ» = τό νά πηγαίνῃ κανείς ὃπου ἀγαπᾶ . Αρα βάσει τῆς ἰδίας τῆς λέξεως, ἐλεύθερος εἶσαι ὃταν ἒχεις τήν δυνατότηταν νά πᾶς ὃπου ἀγαπᾶς. Πόσο ἐνδιαφέρουσα ἑρμηνεία!!! Τό ἂγαλμα ἐτυμολογεῖται ἀπό τό ἀγάλλομαι (εὐχαριστιέμαι) ἐπειδή ὃταν βλέπουμε (σέ ἀρχικήν φάσιν οἱ Θεοί) ἓνα ὂμορφον ἀρχαιοελληνικόν ἂγαλμα ἡ ψυχή μας εὐχαριστεῖται, δηλ. ἀγάλλεται. Καί ἀπό τό θέαμα αὐτό ἐπέρχεται ἡ ἀγαλλίασις. Ἂν κάνουμε ὃμως τήν ἀνάλυσιν τῆς λέξεως αὐτῆς θά δοῦμεν ὃτι εἶναι σύνθετη ἀπό ἀγάλλομαι + ἲασις (= γιατρειά). Ἂρα, γιά νά συνοψίσουμεν, ὃταν βλέπουμεν ἓνα ὂμορφον ἂγαλμα (ἢ ὁτιδήποτε ὂμορφον), ἡ ψυχή μας ἀγάλλεται καί γιατρευόμαστε. Καί πραγματικά, γνωρίζουμεν ὃλοι ὃτι ἡ ψυχική μας κατάστασις συνδέεται ἂμεσα μέ τήν σωματικήν μας ὑγείαν.
Παρένθεσις: καί μιά καί τό ἒφερε ἡ «κουβέντα», ἡ ἑλληνική γλῶσσα μᾶς λέει καί τί εἶναι ἂσχημο. Ἀπό τό στερητικόν «α» καί τήν λέξιν σχῆμα μποροῦμεν εὒκολα νά καταλάβουμε τί. Γιά σκεφτεῖτε το λίγο. 

Σέ αὐτό τό σημεῖον, δέν μποροῦμε παρά νά σταθοῦμεν στήν ἀντίστοιχην Λατινικήν λέξιν γιά τό ἂγαλμα (που μόνον Λατινική δέν εἶναι). Οἱ Λατῖνοι ὠνόμασαν τό ἂγαλμα, statua ἀπό τό ἙλληνικόΝ «ἳστημι» που ἢδη ἀνεφέραμεν καί τό ὠνόμασαν ἒτσι ἐπειδή στέκει ἀκίνητον. Προσέξτε τήν τεραστίαν διαφοράν σέ φιλοσοφίαν μεταξύ τῶν δύο γλωσσῶν, αὐτό που σημαίνει στά ἑλληνικά κάτι τόσο βαθύ ἐννοιολογικά, γιά τούς Λατίνους εἶναι ἀπλά ἓνα ἀκίνητον πρᾶγμα.
Εἶναι προφανής ἡ σχέσις που ἒχει ἡ γλὼσσα μέ τήν σκέψιν τοῦ ἀνθρώπου. Ὃπως λέει καϊ ὁ George Orwell στό ἀθάνατον ἒργο του «1984», ἀπλή γλῶσσα σημαίνει καί ἀπλή σκέψις. Ἐκεῖ τό καθεστώς προσπαθοῦσε νά περιορίσῃ τήν γλῶσσαν γιά νά περιορίσῃ τήν σκέψιν τῶν ἀνθρώπων, καταργώντας συνεχῶς λέξεις. «Ἡ γλῶσσα καί οἱ κανόνες αὐτῆς ἀναπτύσσουν τήν κρίσιν», ἒγραφεν ὁ Μιχάι Ἐμινέσκου, ἐθνικός ποιητής τῶν Ρουμάνων. Μία πολύπλοκη γλῶσσα ἀποτελεῖ μαρτυρία ἑνός προηγμένου πνευματικά πολιτισμοῦ. Τό νά μπορῇς νά μιλᾶς σωστά, σημαίνει ὃτι ἢδη εἶσαι σέ θέσιν νά σκέφτεσαι σωστά, νά γεννᾶς διαρκῶς λόγον καί ὂχι νά παπαγαλίζῃς λέξεις καί φράσεις. Ἡ ἑλληνική φωνή κατά τήν ἀρχαιότηταν ὠνομαζόταν «αὐδή». Ἡ λέξις αὐτή δέν εἶναι τυχαία ἀφοῦ προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «ᾄδω» που σημαίνει τραγουδῶ. Ὃπως γράφει καί ὁ μεγάλος ποιητής καί ἀκαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττᾶκος: «Ὃταν κάποτε φύγω ἀπό τοῦτο τό φῶς θά ἑλιχθῶ πρός τά πάνω, ὃπως ἓνα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι ἂν τυχόν κάπου ἀνάμεσα στούς γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω ἀγγέλους, θά τούς μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδή δέν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε μεταξύ τους μέ μουσικήν».

Ὁ γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζάκ Λακαρριέρ ἐπίσης μᾶς περιγράφει τήν κάτωθι ἐμπειρίαν ἀπό τό ταξίδι του στήν Ἑλλάδα: «Ἂκουγα αὐτούς τούς ἀνθρώπους νά συζητοῦν σέ μίαν γλῶσσαν που ἦταν γιά μένα ἁρμονική ἀλλά καί ἀκατάληπτα μουσική. Αὐτό τό ταξίδι πρός τήν πατρίδαν – μητέρα τῶν ἐννοιῶν μας – μοῦ ἀπεκάλυπτεν ἓναν ἂγνωστον πρόγονο, που μιλοῦσεν μία γλῶσσαν τόσον μακρινή στό παρελθόν, μά οἰκεία καί μόνον ἀπό τούς ἢχους της. Αἰσθάνθηκα νά τά ἒχω χαμένα, ὃπως ἂν μοῦ εἶχαν πεῖ ἓνα βράδυ ὃτι ὁ ἀληθινός μου πατέρας ἢ ἡ ἀληθινή μου μάνα δέν ἦσαν αὐτοί που μέ εἶχαν ἀναστήσει».
Ὁ διάσημος Ἓλληνας καί διεθνοῦς φήμης μουσικός Ἰάνης Ξενάκης, εἶχε πολλές φορές τονίσει ὃτι ἡ μουσικότητα τῆς ἑλληνικής εἶναι ἐφάμιλλη τῆς συμπαντικῆς. Ἀλλά καί ὁ Γίββων μίλησε γιά μουσικότατη καί γονιμότατη γλῶσσα, που δίνει κορμί στίς φιλοσοφικές ἀφαιρέσεις καί ψυχήν στά ἀντικείμενα τῶν αἰσθήσεων. Ἂς μήν ξεχνᾶμεν ὃτι οἱ ἀρχαίοι Ἓλληνες δέν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα γιά νότες, χρησιμοποιούσαν τά ἲδια τά γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου.
«Οἱ τόνοι τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης εἶναι μουσικά σημεῖα που μαζί μέ τούς κανόνες  προφυλάττουν ἀπό τήν παραφωνίαν μίαν γλῶσσαν κατ’ ἐξοχήν μουσικήν, ὃπως κάνει ἡ ἀντίστιξις που διδάσκεται στά ὠδεῖα, ἣ οἱ διέσεις καί ὑφέσεις που διορθώνουν τίς κακόηχες συγχορδίες», ὃπως σημειώνει ἡ φιλόλογος καί συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Εὐσταθίου.
Εἶναι γνωστόν ἐξ ἂλλου πώς ὃταν οἱ Ρωμαῖοι πολίτες πρωτάκουσαν στήν Ρώμην Ἓλληνες ρήτορες, συνέρρεαν νά θαυμάσουν, ἀκόμη καί ὃσοι δέν ἐγνώριζαν ἑλληνικά, τούς ἀνθρώπους που «ἐλάλουν ὡς ἀηδόνες».


Δυστυχῶς κάπου στήν πορείαν τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἡ μουσικότητα αὐτή (τήν ὁποίαν οἱ Ἰταλοί κατάφεραν καί ἐκράτησαν) χάθηκε, προφανῶς στά μαῦρα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Νά τονίσουμε ἐδώ ὃτι οἱ ἂνθρωποι τῆς ἐπαρχίας, τούς ὁποίους συχνά κοροϊδεύουμε γιά τήν προφοράν τους, εἶναι πιό κοντά στήν ἀρχαιοελληνικήν προφοράν ἀπό ὃ,τι ἐμεῖς οἱ ἂνθρωποι τῆς πόλεως. Ἡ ἑλληνική γλῶσσα ἐπεβλήθηκε ἀβίαστα (στούς Λατίνους) καί χάρη στήν μουσικότητά της. Ὃπως γράφει καί ὁ Ρωμαῖος Ὁράτιος «Ἡ ἑλληνική φυλή γεννήθηκεν εὐνοημένη μέ μίαν γλῶσσαν εὒηχον, γεμάτην μουσικότηταν».

Σύντομον βιογραφικόν τοῦ συγγραφέως Δ.Ν. Καραπιστόλη :




Καραπιστόλης, Δημήτριος Ν.








Ὁ Δημήτριος Ν. Καραπιστόλης εἶναι τακτικός καθηγητής τοῦ Ἀλεξάνδρειου Τεχνολογικοῦ
Ἐκπαιδευτικού Ἰδρύματος (ΑΤΕΙ) Θεσσαλονίκης ἀπό τό 1980. Ἀπεφοίτησεν τό 1973 ὡς
μαθηματικός τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μετεκπαιδεύτηκεν στό Παρίσι στήν
ἀνάλυσιον δεδομένων κάτω ἀπό τίς ὁδηγίες τοῦ γάλλου καθηγητοῦ J.P. Benzecri τοῦ πανεπιστημίου
Paris VI. Συνέχισε τίς σπουδές του ἀποκτώντας μέ ἂριστα τό μεταπτυχιακό δίπλωμα τοῦ
οἰκονομικού τμήματος τῆς Σχολῆς ΝΟΕ τοῦ ΑΠΘ.
Ἀκολούθως ἀνακηρύχθηκεν διδάκτωρ τοῦ τμήματος ἐφαρμοσμένης πληροφορικής τοῦ
πανεπιστημίου Μακεδονίας, ἐπίσης μέ τόν βαθμόν ἂριστα, λόγῳ τῆς πρωτότυπης σέ σύλληψιν καί
ἐφαρμογήν νέας θεωρίας που πρότεινε γιά τήν διαχείρισιν χρηματιστηριακῶν χαρτοφυλακίων. Ἒχει
συγγράψει βιβλία διαφορετικῶν ἐπιστημονικῶν πεδίων, ὃπως ἀνάλυση δεεδομένων, Στατιστική
τῶν ἐπιχειρήσεων, οἰκονομικά Μαθηματικά, φερέγγυο χαρτοφυλάκιον, καθώς καί πολλές
ἐργασίες σέ διεθνῆ περιοδικά καί ξένους ἐπιστημονικούς τόμους.




Ἀνηρτήθη ἀπό: zeuxisblog46


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τό χρυσόν δαχτυλίδι τοῦ Ἐζέροβο

Ποῖες οἱ ἐπιπτώσεις τῆς εὐρείας ζώνης ;

Τά πρῶτα δειλά σημάδια ἀνάκαμψης στίς ΗΠΑ